Μόνη, γεροντοκόρη, τι έχω στον κόσμο; Μόνο ένα μπολ και τη θέα απ' το παράθυρο. Μέρα με τη μέρα νομίζω πως η καλύτερη διαφυγή είναι η απουσία. Δεν ξέρω πού να στραφώ, ειλικρινά, είμαι μόνη, εντελώς μόνη, με κανέναν δίπλα μου στις δύσκολες στιγμές. Οι μέρες περνούν χωρίς τίποτα το ενδιαφέρον, απλά ένα κενό στο κέντρο της καρδιάς μου. Έχει πολλά
χρόνια να βγω έξω απ' το σπίτι να δω τον κόσμο, όμως σήμερα το αποφάσισα. Βγαίνω έξω. Άνθρωποι με κοιτάζουν ασταμάτητα, με μια απορία στα μάτια. Νιώθω κάποιον δίπλα μου αλλά δεν τον βλέπω. Βλέπω μόνο σκοτάδι. Λες και ακούω τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων. Θυμάμαι μια μέρα στο σαλόνι που άκουσα κάτι περίεργους ήχους. Ρώτησα ποιος μα δεν πήρα απάντηση. Άπλωσα το χέρι και άγγιξα ένα ποδαράκι χνουδωτό και μια κοφτερή μύτη. Ένας πιγκουίνος; Στο σπίτι μου; Πάλι φαντάζομαι πράγματα; Μέσα στο βλέμμα του είδα ξανά τα μάτια του συζύγου μου. Ένα φως στα μάτια, στην ψυχή. Η καρδιά μου σκίρτησε. Βρήκα επιτέλους νόημα. Ήμουν μαζί του και πάλι, στον παράδεισο, στην άβυσσο του Θεού.
Δε με πείραξε που επέστρεψε ως πιγκουίνος.
Φτάνει που ξαναήμασταν μαζί.
Ζέτα Ιωάννου, 12 χρονών

No comments:
Post a Comment