Όλα άρχισαν από τότε που έφυγε ο μπαμπάς απ' το σπίτι. Η μαμά ήταν κάπως απότομη απέναντί μου και δε μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν. Κλείστηκα στον εαυτό μου. Στην αρχή ένιωθα χάλια μετά όμως δε με ένοιαζε και πολύ. Ναι, ακούγεται άσχημο αλλά δεν ξέρω τι με είχε πιάσει εκείνες τις μέρες, ένιωθα πως οι τοίχοι ετοιμάζονταν να με πλακώσουν...μέχρι που άκουσα μια λεπτή φωνούλα να μου ψιθυρίζει: "Μην ανησυχείς! Όλα θα πάνε καλά!". Πίστεψα πως ήταν ο πατέρας μου όμως όταν ρώτησα δεν πήρα απάντηση.Όταν μπήκα στην εφηβεία συνέχισε να μου μιλά εκείνη η φωνή χωρίς βέβαια να ξέρω ποιός, ποιά ή τι ήταν. Με βοήθησε πάρα πολύ στη ζωή μου κι ειδικά όταν πήγαινα Γυμνάσιο κι όλοι με κορόιδευαν που μας είχε παρατήσει ο μπαμπάς. Η φωνή του μ' έκανε να χαμογελώ και να αφήνω τη μελαγχολία κλεισμένη μέσα στα βιβλία μου. Ειδικά μέσα σε ένα ροζ βιβλιαράκι που είχε κάτι μικρούς πιγκουίνους στο εξώφυλλο. Η φωνή μου είπε να επιλέξω το συγκεκριμένο βιβλιαράκι.
Στο Λύκειο γνώρισα ένα όμορφο αγόρι. Φύγαμε μαζί για σπουδές και συγκατοικήσαμε. Έτσι στα ξαφνικά μου ζήτησε να τον παντρευτώ! Η φωνή μου είπε να μην το κάνω όμως εγώ δεν την άκουσα. Είπα ΝΑΙ με ενθουσιασμό.
Λοιπόν, παντρευτήκαμε όμως μετά από 30 χρόνια γάμου χωρίσαμε. Βυθίστηκα στη δυστυχία και τον φόβο. Ένιωθα πως όλα στον κόσμο ήταν εναντίον μου. Ακόμη και οι παλιές μου φωτογραφίες, κλασικές, του '90, άρχισαν να με κοιτάζουν λες και ήθελαν να με φοβίσουν, να με κάνουν να φύγω. Όπου και να ήμουν αυτές με κοίταζαν. Ειδικά εκείνη η φωτογραφία που έβγαλα τότε που πήγαινα στις ντίσκο και φορούσα μια φούστα με ραμμένο πάνω της πάλι έναν πιγκουίνο. Εκείνη η περίεργη φωνή με είχε καθοδηγήσει για μια ακόμη φορά να ράψω εκείνο το σχέδιο στο ρούχο. Δεν ξέρω γιατί. Η αλήθεια είναι πως ένιωθα κάπως ανόητη που έκανα ό,τι μου έλεγε η φωνή. Γιατί όμως το έκανε; Τι ζητούσε από μένα;
Είμαι πια 80 χρονών και πηγαίνω καθημερινά στο πάρκο της γειτονιάς μου. Παίρνω τα πλεκτά μου και χαζεύω τα παιδάκια που παίζουν με τις μητέρες τους. Κάθονται κάτω από την σκιά των δέντρων και κάνουν πικνίκ. Είναι όλοι χαρούμενοι. Εγώ όμως είμαι μελαγχολική. Μ' αρέσει πολύ να παρατηρώ τα σύννεφα. Θυμάμαι μια μέρα που ένα σύννεφο έμοιαζε σαν...σαν...πιγκουίνος. Ήταν λες και χαμογελούσε. Πάλι πιγκουίνος; Τι στο καλό!
Νύχτωσε. Έπεσα για ύπνο. Άφησα το κέντημά μου πάνω στον καναπέ. Εκείνον τον κλασικό με τα διάφορα λουλούδια. Είχα πονοκέφαλο κι έπρεπε να πάρω ένα χάπι για να κοιμηθώ. Όμως πεινούσα λιγάκι. Πήρα το αγαπημένο μου μπολ κι έβαλα μέσα λίγη σούπα που έμεινε από το μεσημέρι. Φορούσα τις πιτζάμες μου, μια πλεκτή κάπα και κάλτσες. Έκανε κρύο. Τότε ένιωσα ένα αεράκι να διαπερνά το σώμα μου όμως τα παράθυρα ήταν κλειστά. Αμέσως μετά άκουσα μέλισσες με αυτό το ζζζζζζ που κάνουν κι είδα μια να κάθεται πάνω σ' ένα από τα όμορφα λουλούδια του μοτίβου στον καναπέ. Άρχισα να μυρίζω τριαντάφυλλα όμως δεν είχα λουλούδια μέσα στο σπίτι.
Ξαφνικά άκουσα την ίδια φωνή να μου λέει "Καλή Όρεξη!".
Η φωνή ακούστηκε από τα αριστερά. Γύρισα το κεφάλι. Τον είδα. Επιτέλους τον είδα! Αυτός ήταν η φωνή που με συντρόφευε τόσα χρόνια. Ο δικός μου, ο ολόδικός μου πιγκουίνος! Κάτι άστραψε στο παράθυρο, τυφλώθηκα απ' την λάμψη. Όταν γύρισα να τον ξαναδώ δεν ήταν εκεί. Αν δεν ήταν παραίσθηση ίσως να ήταν απλά η συνείδησή μου. Ντυμένη πιγκουίνος. Ποιός είπε ότι η ζωή είναι φυσιολογική;
Ιφιγένεια Αριστείδου, 15 χρονών
No comments:
Post a Comment